Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έλλειμμα ελλείμματα
γενική ελλείμματος ελλειμμάτων
αιτιατική έλλειμμα ελλείμματα
κλητική έλλειμμα ελλείμματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έλλειμμα < αρχαία ελληνική ἔλλειμμα < ἐλλείπω < λείπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έλλειμμα ουδέτερο

  1. χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.)
  2. (κατ' επέκταση) αυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη
    έλλειμμα ανθρωπιάς
  3. στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα
  4. στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία