Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανεπάρκεια ανεπάρκειες
γενική ανεπάρκειας ανεπαρκειών
αιτιατική ανεπάρκεια ανεπάρκειες
κλητική ανεπάρκεια ανεπάρκειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεπάρκεια < ανεπαρκής + -εια ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική deficiency ή γαλλική insuffisance)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1863

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.nɛ.ˈpaɾ.ci.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανεπάρκεια θηλυκό

  1. η έλλειψη κάποιων απαραίτητων πραγμάτων, ικανοτήτων κ.λπ., η μη επίτευξη επάρκειας
    αντώνυμα: επάρκεια
    Ο καύσωνας παρέλυσε τη ΔΕΗ. Οι εκρήξεις των μετασχηματιστών, η υπερφόρτωση του δικτύου μεταφοράς, οι ανεπάρκειες της παραγωγής, το μπλακάουτ στη Βόρειο Ελλάδα και οι επαναλαμβανόμενες, συντονισμένες διακοπές ρεύματος στην Αθήνα, ανέδειξαν διοικητικές αδυναμίες και επενδυτικές ανεπάρκειες, επιβεβαιώνοντας στο μέγιστο βαθμό προγνώσεις και ανησυχίες, οι οποίες είχαν διατυπωθεί εγκαίρως. (*)
  2. (ιατρική) η δυσλειτουργία κάποιων οργάνων του σώματος
    Περίπου 20% με 40% των ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια έχουν στεφανιαία νόσο χωρίς να παρουσιάζουν συμπτώματα. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία