Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελλείπω < αρχαία ελληνική ἐλλείπω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ελλείπω

  1. λείπω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία