Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λείπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λείπω[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leykʷ- (λείπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.po/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λεί‐πω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λείπω, πρτ.: έλειπα, αόρ.: έλειψα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο
    πάλι λείπει από το σπίτι του;
  2. με νοσταλγεί κάποιος
    μου λείπουν οι φίλοι μου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • λίγο έλειψε (να): παραλίγο (να)
  • (αυτό/ κάτι) μας έλειπε (τώρα): λέγεται για κάτι ανεπιθύμητο
  • να (μου/μας) λείπει το βύσσινο: λέγεται για κάτι που δεν θέλουμε
  • (αυτό/αυτά) να σου λείπουν: λέγεται για να τονίσουμε ότι δεν θέλουμε από κάποιον να κάνει κάτι

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
λειπ-, λιπ-, λοιπ- 

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λείπω ήδη τύπος στη μυκηναϊκή 𐀩𐀦𐀕𐀜 (re-qo-me-no, λειπόμενοι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leykʷ- (λείπω). Συγγενικά: γαλλική reliques (λείψανο), γερμανική leihen, αγγλική lend, κ.ά. [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

λείπω

  1. (αμετάβατο) λείπω, απουσιάζω
  2. (μεταβατικό) εγκαταλείπω
  3. (μεταβατικό) αφήνω κληρονομιά
  4. (σε όρκο ή μαρτυρία) αρνούμαι, δεν δίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία