Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πάμμαυρος η πάμμαυρη το πάμμαυρο
      γενική του πάμμαυρου της πάμμαυρης του πάμμαυρου
    αιτιατική τον πάμμαυρο την πάμμαυρη το πάμμαυρο
     κλητική πάμμαυρε πάμμαυρη πάμμαυρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πάμμαυροι οι πάμμαυρες τα πάμμαυρα
      γενική των πάμμαυρων των πάμμαυρων των πάμμαυρων
    αιτιατική τους πάμμαυρους τις πάμμαυρες τα πάμμαυρα
     κλητική πάμμαυροι πάμμαυρες πάμμαυρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάμμαυρος < (παν-) πάμ- + μαύρος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈma.vɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πάμ‐μαυ‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάμμαυρος, -η, -ο (χωρίς παραθετικά)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία