Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυστυχισμένος η δυστυχισμένη το δυστυχισμένο
      γενική του δυστυχισμένου της δυστυχισμένης του δυστυχισμένου
    αιτιατική τον δυστυχισμένο τη δυστυχισμένη το δυστυχισμένο
     κλητική δυστυχισμένε δυστυχισμένη δυστυχισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυστυχισμένοι οι δυστυχισμένες τα δυστυχισμένα
      γενική των δυστυχισμένων των δυστυχισμένων των δυστυχισμένων
    αιτιατική τους δυστυχισμένους τις δυστυχισμένες τα δυστυχισμένα
     κλητική δυστυχισμένοι δυστυχισμένες δυστυχισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυστυχισμένος< μετοχή παθ. παρακειμένου. του ρήμ. δυστυχώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δυστυχισμένος, -η, -ο

  1. που ζει μέσα στη δυστυχία
    δυστυχισμένη μου ψυχή
  2. που εκφράζει δυστυχία
    ήρθε και με βρήκε με το δυστυχισμένο προσωπάκι του

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία