Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελανός < αρχαία ελληνική μέλας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελανός, -ή, -ό

  1. σκουρόχρωμος, μαύρος
  2. (μεταφορικά) που περιγράφει κάτι δυσάρεστο
    στο κείμενο διεκτραγωδείται με μελανά χρώματα η κατάσταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία