Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκουρόχρωμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκουρόχρωμος

  1. αυτός που έχει σκούρο χρώμα
    • δηλαδή χρώμα με χαμηλή αντανακλασιμότητα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία