Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μελανοχίτωνας οι μελανοχίτωνες
      γενική του μελανοχίτωνα των μελανοχιτώνων
    αιτιατική τον μελανοχίτωνα τους μελανοχίτωνες
     κλητική μελανοχίτωνα μελανοχίτωνες
Παράρτημα
 
Μελανοχίτωνες με τον Μουσολίνι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελανοχίτωνας < μελανός + -ο- + χιτώνας + -ας ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική camicia nera)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελανοχίτωνας αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που φορά μαύρο χιτώνα (πουκάμισο)
  2. (ιστορία) μέλος της Εθελοντικής Πολιτοφυλακής Εθνικής Ασφάλειας (Milizia Volontaria per la Sicurezza Nationale, αρχικά MVSN), παραστρατιωτικής ιταλικής φασιστικής οργάνωσης που οργανώθηκε από τον Μπενίτο Μουσολίνι στο μεσοπόλεμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία