Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεσοπόλεμος οι μεσοπόλεμοι
      γενική του μεσοπολέμου
& μεσοπόλεμου
των μεσοπολέμων
& μεσοπόλεμων
    αιτιατική τον μεσοπόλεμο τους μεσοπολέμους
& μεσοπόλεμους
     κλητική μεσοπόλεμε μεσοπόλεμοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσοπόλεμος < μέσος + πόλεμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεσοπόλεμος αρσενικό

  • (ιστορία) το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ πρώτου και δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (1919-1939)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία