Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
μελανόμορφος κορινθιακός αμφορέας με παράσταση πετεινού ca. 575-550 π.Χ. στο Μουσείο του Λούβρου με κωδ. E646
πτώση ενικός
ονομαστική μελανόμορφος μελανόμορφη μελανόμορφο
γενική μελανόμορφου μελανόμορφης μελανόμορφου
αιτιατική μελανόμορφο μελανόμορφη μελανόμορφο
κλητική μελανόμορφε μελανόμορφη μελανόμορφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελανόμορφοι μελανόμορφες μελανόμορφα
γενική μελανόμορφων μελανόμορφων μελανόμορφων
αιτιατική μελανόμορφους μελανόμορφες μελανόμορφα
κλητική μελανόμορφοι μελανόμορφες μελανόμορφα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελανόμορφος < μέλας (γεν. μέλαν-ος) + μορφή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική black-figure)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελανόμορφος, -η, -ο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία