Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελαψός < μεσαιωνική ελληνική μελανός + όψη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελαψός, -ή, -ό και μελαμψός

  1. που έχει αρκετά σκούρο χρώμα επιδερμίδας
    ο 34χρονος κύριος με το καθαρό πρόσωπο, το μελαψό δέρμα (είναι Ινδός) και το σπινθηροβόλο βλέμμα (από άρθρο της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ για τον σκηνοθέτη Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, 3 Οκτωβρίου 2004)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία