Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελάνη < μέλας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελάνη θηλυκό (πληθυντικός μελάνες)

  1. χρωματιστή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται στη γραφή, στην τυπογραφία, στη σχεδίαση, στη ζωγραφική και αλλού

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία