Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποσαχάριος η υποσαχάρια το υποσαχάριο
      γενική του υποσαχάριου της υποσαχάριας του υποσαχάριου
    αιτιατική τον υποσαχάριο την υποσαχάρια το υποσαχάριο
     κλητική υποσαχάριε υποσαχάρια υποσαχάριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποσαχάριοι οι υποσαχάριες τα υποσαχάρια
      γενική των υποσαχάριων των υποσαχάριων των υποσαχάριων
    αιτιατική τους υποσαχάριους τις υποσαχάριες τα υποσαχάρια
     κλητική υποσαχάριοι υποσαχάριες υποσαχάρια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποσαχάριος < υπο- + Σαχάρ(α) + -ιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποσαχάριος, -α, -ο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία