Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέγρος νέγροι
γενική νέγρου νέγρων
αιτιατική νέγρο νέγρους
κλητική νέγρε νέγροι

  Ετυμολογία

νέγρος < ισπανική ή πορτογαλική negro < λατινική niger

  Ουσιαστικό

νέγρος αρσενικό (θηλυκό: νέγρα)

  1. κάποιος που κατάγεται (ο ίδιος ή οι πρόγονοί του) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής
  2. μαύρος χιπχοπάς ή ράπερ για ομόφυλό του

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

  Μεταφράσεις