Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αράπης αράπηδες
γενική αράπη αράπηδων
αιτιατική αράπη αράπηδες
κλητική αράπη αράπηδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αράπης < τουρκική Arap < αραβική عرب (ʿarab) (βλέπε και Άραβας)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αράπης ή Αράπης αρσενικό (πληθυντικός αράπηδες ή αραπάδες), αραπίνα θηλυκό, αραπάκι ουδέτερο

  1. (μειωτικά) ο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός
      συνώνυμα: νέγρος
  2. (κατ’ επέκταση) αυτός που είναι πολύ μαυρισμένος (από έκθεση στον ήλιο, εργασία με υλικά όπως το κάρβουνο κ.λπ. -συνήθως συντάσσεται με το σαν)
  3. (αργκό) (παρωχημένο) ο χώρος απομόνωσης των φυλακών
    Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν δεσμωτήριο εκατοντάδων αντιστασιακών (οι μελλοθάνατοι περνούσαν την τελευταία τους νύχτα έξω από το κυρίως κτίριο, σε ιδιαίτερο κελί, το λεγόμενο Αράπης) (από το άρθρο «Οι φυλακές Αβέρωφ (1892-1971)», tvxs.gr (11-12 Μαΐου 2013)· πρόσβαση: 2019-10-12).

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς: μην προσπαθείς να διορθώσεις κάποιον που από φυσικού του είναι έτσι, διότι ματαιοπονείς

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία