Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

arabe 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

arabe (fr)

  1. τα αραβικά, η αραβική γλώσσα
  2. μικρό παντοπωλείο που συνήθως διοικείται από βορειο-αφρικανούς