Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αράπικος αράπικη αράπικο
γενική αράπικου αράπικης αράπικου
αιτιατική αράπικο αράπικη αράπικο
κλητική αράπικε αράπικη αράπικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αράπικοι αράπικες αράπικα
γενική αράπικων αράπικων αράπικων
αιτιατική αράπικους αράπικες αράπικα
κλητική αράπικοι αράπικες αράπικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αράπικος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αράπικος

  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αράπη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία