Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μαυρισμένος μαυρισμένη μαυρισμένο
γενική μαυρισμένου μαυρισμένης μαυρισμένου
αιτιατική μαυρισμένο μαυρισμένη μαυρισμένο
κλητική μαυρισμένε μαυρισμένη μαυρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαυρισμένοι μαυρισμένες μαυρισμένα
γενική μαυρισμένων μαυρισμένων μαυρισμένων
αιτιατική μαυρισμένους μαυρισμένες μαυρισμένα
κλητική μαυρισμένοι μαυρισμένες μαυρισμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαυρίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μαυρισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: μαυρίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία