Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αραπάκι τα αραπάκια
      γενική του αραπακιού των αραπακιών
    αιτιατική το αραπάκι τα αραπάκια
     κλητική αραπάκι αραπάκια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αραπάκι < αράπης + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αραπάκι ουδέτερο

  1. μικρός αράπης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία