Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαυράκι τα μαυράκια
      γενική
    αιτιατική το μαυράκι τα μαυράκια
     κλητική μαυράκι μαυράκια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυράκι <
  1. υποκοριστικό του μαύρος
  2. υποκοριστικό του μαύρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαυράκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό για το μαύρος ή το μαύρο
  2. ειδικότερα:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία