Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : lot, lots

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

a lot (en)

  • μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα
    he has a lot of books (έχει πολλά βιβλία, κυριολεκτικά: έχει ένα πλήθος βιβλία)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

a lot (en)

  1. πολύ
    thanks a lot (ευχαριστώ πολύ)
  2. πολύ, συχνά
    I travel a lot (ταξιδεύω πολύ)