Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lɒt/
Audio (US) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lot (en)

  1. μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα
    I have a lot of money
    there were lots of people
  2. ένα πλήθος από αντικείμενα ή ανθρώπους που θεωρούνται συλλογικά ως μια ενότητα
    • ένα αντικείμενο ή μια ομάδα αντικειμένων που προσφέρεται προς πώληση (πχ σε δημοπρασία) ως μια ενότητα
      his belongings are to be auctioned off in 3 lots
  3. κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο
  4. κλήρος
    • η τύχη, η μοίρα, ο κλήρος ενός ανθρώπου στη ζωή
    • ο κλήρος, οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
      we drew lots - τραβήξαμε κλήρο
      we cast lots and he was chosen - ρίξαμε κλήρο και βγήκε αυτός
    • η κλήρωση
      he was chosen by lot
    • το βραβείο σε μια λοταρία

  ΡήμαΕπεξεργασία

lot (en)

  1. διαμοιράζω κάτι, διαιρώ κάτι σε μερίδια
  2. χωρίζω μια έκταση γης σε οικόπεδα
  3. κληρώνω



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lot < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /;;;/
lot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
lot lots

lot (fr) αρσενικό

  1. ένα μέρος ενός συνόλου που μοιράζεται μεταξύ πολλών ανθρώπων
      συνώνυμα: part, portion
    • (στον Καναδά, στο παρελθόν) ένα μέρος ενός καντονίου που δίνεται προσωρινά από το Κράτος σε έναν ιδιώτη ώστε αυτός να το ξεχερσώσει
    • (λανθασμένη χρήση) ένα κομμάτι γης
  2. ένα σύνολο προϊόντων ή εμπορευμάτων που δίνονται ή πωλούνται ταυτόχρονα
      συνώνυμα: assortiment, stock
  3. (κατ’ επέκταση) ένα σύνολο ανθρώπων, σχετικά ομογενές, που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά
  4. κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο, τεμάχιο
  5. ο κλήρος, οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
  6. η τύχη, η μοίρα, ο κλήρος ενός ανθρώπου στη ζωή
      συνώνυμα: apanage, destin, sort

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία