Ετυμολογία

επεξεργασία
portion < λατινική portio

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
portion portions

portion (en)

Δείτε επίσης

επεξεργασία

portion (en)



  Ετυμολογία

επεξεργασία
portion < λατινική portio

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
portion portions

portion (fr) θηλυκό

Δείτε επίσης

επεξεργασία