Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

specific (en)

  1. ειδικός, συγκεκριμένος
  2. ιδιαίτερος
    we inherited a specific civilization - κληρονομήσαμε έναν ιδιαίτερο πολιτισμό