Αγγλικά (en) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

given < give + -n

  Επίθετο επεξεργασία

παραθετικά
θετικός given
συγκριτικός more given
υπερθετικός most given

given (en)

  1. δεδομένου
    Given the number of people who showed up, it's a wonder the neighbors never complained about the noise/
    λείπει η μετάφραση
  2. δοθείς
    given the opportunity: ευκαιρίας δοθείσης
  3. ορισμένος, δεδομένος
    We can track which search topics are the hottest at a given time.
    λείπει η μετάφραση
  4. επιρρεπής
    He is given to outbursts of anger from time to time.
    λείπει η μετάφραση

  Ουσιαστικό επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
given givens

given (en)

  • το δεδομένο, ένα γεγονός ή στοιχείο που είναι ήδη γνωστό
    It is a given that she will go.
    Είναι δεδομένο ότι θα πάει.

  Ρηματικός τύπος επεξεργασία

given (en)