Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γενικούρα οι γενικούρες
      γενική της γενικούρας
    αιτιατική τη γενικούρα τις γενικούρες
     κλητική γενικούρα γενικούρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενικούρα < γενικ(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενικούρα θηλυκό

  • Άσε τις γενικούρες για την οικονομική κρίση και δώσε πίσω τα δανεικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία