Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενίκευση < γενικεύω / γενικεύομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενίκευση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γενικεύω
    οι γενικεύσεις δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ουσία του θέματος
  2. το να γενικεύεται κάτι, η εξάπλωση
    το Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθεί να σταματήσει τη γενίκευση των εχθροπραξιών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία