Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γενίκευση οι γενικεύσεις
      γενική της γενίκευσης
γενικεύσεως*
των γενικεύσεων
    αιτιατική τη γενίκευση τις γενικεύσεις
     κλητική γενίκευση γενικεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενίκευση < γενικεύω / γενικεύομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενίκευση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γενικεύω
    οι γενικεύσεις δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ουσία του θέματος
  2. το να γενικεύεται κάτι, η εξάπλωση
    το Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθεί να σταματήσει τη γενίκευση των εχθροπραξιών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία