Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενικεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος γενικεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γενικεύομαι, πρτ.: γενικευόμουν, στ.μέλλ.: θα γενικευτώ, αόρ.: γενικεύτηκα, μτχ.π.π.: γενικευμένος

  1. ξεκινώντας από κάτι μερικό επεκτείνομαι σε ένα ευρύτερο σύνολο
    τα τελευταία χρόνια γενικεύτηκε η χρήση του κινητού τηλεφώνου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία