Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκευοφυλάκιο τα σκευοφυλάκια
      γενική του σκευοφυλακίου των σκευοφυλακίων
    αιτιατική το σκευοφυλάκιο τα σκευοφυλάκια
     κλητική σκευοφυλάκιο σκευοφυλάκια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκευοφυλάκιο < μεσαιωνική ελληνική σκευοφυλάκιον < ελληνιστική κοινή σκευοφυλάκιον < σκεῦος + φυλάττω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκευοφυλάκιο ουδέτερο

  1. (θρησκεία) ειδικό μέρος (συνήθως ένα ντουλάπι) σε ναό, όπου φυλάσσονται ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ.
  2. (θρησκεία) ειδικός χώρος / οίκημα σε μοναστήρι (ή άλλο ιερό καθίδρυμα), όπου φυλάσσονται και εκτίθενται ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία