Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλάττω < φυλάσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φυλάττω

  Δείτε επίσης: φυλάσσω