Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποκλείω < αρχαία ελληνική ἀποκλείω < ἀπό + κλείω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποκλείω (παθητική φωνή: αποκλείομαι)

  1. εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό
  2. εμποδίζω κάποιον να λάβει μέρος σε κάτι
  3. εμποδίζω, απαγορεύω
  4. (τριτοπρόσωπο) αποκλείεται

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία