Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριτοπρόσωπος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τριτοπρόσωπος, -η, -ο

  1. (γραμματική) που εμφανίζεται στο τρίτο πρόσωπο
    τριτοπρόσωπο ρήμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία