Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

block (en)

  1. ογκόλιθος
  2. φραγή
  3. (προγραμματισμός) ενότητα, που αναφέρεται τόσο σε τμήματα δεδομένων όσο και σε αυτοτελή κομμάτια κώδικα μιας γλώσσας προγραμματισμού
    Για ομάδα εντολών σε μία ενότητα δείτε: σύνθετη εντολή[1]
     συνώνυμα: compound-statement

  ΡήμαΕπεξεργασία

block (en)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • Server Message Block (SMB)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 54, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

block (fr)