Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

block < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /blɒk/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /blɑk/ (ΗΠΑ)
 Audio (ΗΠΑ)βοήθεια, αρχείο
 Audio (AU)βοήθεια, αρχείο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
block blocks

block (en)

  1. ογκόλιθος
  2. αποκλεισμός
  3. τετράγωνο
  4. φραγή
  5. (προγραμματισμός) ενότητα, που αναφέρεται τόσο σε τμήματα δεδομένων όσο και σε αυτοτελή κομμάτια κώδικα μιας γλώσσας προγραμματισμού
    ※  JavaScript statements can be grouped together in code blocks, inside curly brackets {...}. [1]
    «Οι εντολές της JavaScript μπορούν να ομαδοποιηθούν σε ενότητα κώδικα, μέσα σε αγκύλες {...}.»
    Για ομάδα εντολών σε μία ενότητα δείτε: σύνθετη εντολή [2]
     συνώνυμα: compound-statement

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας block
γ΄ ενικό ενεστώτα blocks
αόριστος blocked
παθητική μετοχή blocked
ενεργητική μετοχή blocking

block (en)

  • εμποδίζω
    The police blocked the road to check all the cars entering the city.
    Η αστυνομία εμπόδισε τον δρόμο για να ελέγξει όλα τα αυτοκίνητα που εισέρχονται στην πόλη.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • Server Message Block (SMB)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) JavaScript Statements. Πρόσβαση 2021-03-07.
  2. «Εισαγωγή στις γλώσσες προγραμματισμού με τη γλώσσα C», σελ. 54, Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. πρόσβαση:27/09/2019



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

block < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

block (fr)