Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας cut off
γ΄ ενικό ενεστώτα cuts off
αόριστος cut off
παθητική μετοχή cut off
ενεργητική μετοχή cutting off

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις cut και off

  ΡήμαΕπεξεργασία

cut off (en)

  1. κόβω, αποκόπτω
  2. κόβω, αποκόπτω (απομονώνω)
  3. κόβω (σταματώ κάτι απότομα)
  4. κόβω (διακόπτω)
  5. κόβω (κάνω ελιγμό)