Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας exclude
γ΄ ενικό ενεστώτα excludes
αόριστος excluded
παθητική μετοχή excluded
ενεργητική μετοχή excluding

  ΡήμαΕπεξεργασία

exclude (en)

  1. αφαιρώ κάτι, αποκλείω
    Such a possibility cannot be excluded.
    Δεν μπορεί ν' αποκλειστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη eliminate
  2. εμποδίζω κάποιον να λάβει μέρος σε κάτι, αποκλείω
    I exclude somebody from a competition.
    Αποκλείω κάποιον από ένα διαγωνισμό.
     συνώνυμα: rule out, disqualify, bar, shut out

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 103. ISBN 9780194325684. , λήμμα: αποκλείω