Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bar < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰAr-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bar (en)

  1. μπαρ
  2. μεταλλικός ράβδος
  3. πλάκα προϊόντος (πχ. σαπουνιού ή σοκολάτας)
  4. η μπάρα, η οριζόντια δοκός που πρέπει να περάσει από πάνω της χωρίς να τη ρίξει ο αθλητής του άλματος εις ύψος ή του επι κοντώ
  5. (νομική) το δικηγορικό σώμα ή το δικηγορικό επάγγελμα ή οι εξετάσεις για να γίνει κανείς δικηγόρος
  6. (μουσική) η διαστολή, η κάθετη γραμμή που σημειώνει το τέλος ενός μουσικού μέτρου
  7. ...

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Αλβανικά (sq)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bar (sq)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

bar 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
bar bars

bar (fr) αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) το λαβράκι
  2. το μπαρ



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bar < αγγλική bar

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bar (it)

  1. το μπαρ