Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

concentration (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

concentration (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία