Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zakup (pl) αρσενικό

  1. η αγορά (απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου τιμήματος)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

zakup (pl) αρσενικό

  1. β' ενικό προστακτικής του ρήματος zakupić: αγόρασε