Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρήματα < χρήμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρήματα ουδέτερο, πληθυντικός

  1. ένα χρηματικό ποσό
    τα χρήματα έχουν κατατεθεί στην τράπεζα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία