Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες
γενική αγοραπωλησίας αγοραπωλησιών
αιτιατική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες
κλητική αγοραπωλησία αγοραπωλησίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγοραπωλησία < αγορά + πώληση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγοραπωλησία θηλυκό

  • η πράξη της πώλησης ενός αντικειμένου από κάποιον και της αγοράς του από κάποιον άλλον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία