Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πωλητής πωλητές
γενική πωλητή πωλητών
αιτιατική πωλητή πωλητές
κλητική πωλητή πωλητές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πωλητής < αρχαία ελληνική πωλητής < πωλέω -ῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πωλητής αρσενικό

  1. ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου (ακίνητο, αυτοκίνητο) που το μεταβιβάζει έναντι χρημάτων σε άλλον
  2. ο υπάλληλος ενός εμπορικού καταστήματος
  3. ο πλασιέ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πωλητής < πωλέω-ῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πωλητής αρσενικό

  1. εκείνος που πουλά κάτι
  2. ειδικά στην Αθήνα, ήταν ένας από τους δέκα άρχοντες που είχαν αρμοδιότητα στους φόρους και στην πώληση των περιουσιών που είχαν δημευθεί