Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρος φόροι
γενική φόρου φόρων
αιτιατική φόρο φόρους
κλητική φόρε φόροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φόρος < αρχαία ελληνική φόρος < φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φόρος αρσενικό

  1. άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης που ζει σε αυτό ως ποσοστό του εισοδήματός του
    Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
  2. έμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο
    βλέπετε ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
  3. οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
    Κράτη φόρου υποτελή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. φόρος < ρίζα φόρ-, ετεροιωμένη βαθμίδα του φέρ- (φέρω)
  2. φόρος < λατινική forum (αγορά)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

φόρος αρσενικό

  1. εισφορά σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
  2. οποιαδήποτε πληρωμή χρηματικού ποσού

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

φόρος αρσενικό

  1. (μεταγενέστερο) η ρωμαϊκή αγορά