Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πωλήτρια οι πωλήτριες
      γενική της πωλήτριας των πωλητριών
    αιτιατική την πωλήτρια τις πωλήτριες
     κλητική πωλήτρια πωλήτριες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πωλήτρια < αρχαία ελληνική πωλητής < πωλῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔlitɾia/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πωλήτρια θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε πωλητής