Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πόρνος οι πόρνοι
      γενική του πόρνου των πόρνων
    αιτιατική τον πόρνο τους πόρνους
     κλητική πόρνε πόρνοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόρνος < αρχαία ελληνική πόρνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόρνος αρσενικό

  1. άντρας που, όπως οι γυναίκες πόρνες, προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρημάτων
  2. άντρας που έρχεται συχνά σε επαφή με πόρνες
  3. (μεταφορικά) (χυδαίο) (μειωτικό) χυδαία βρισιά αγανάκτησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία