Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακόλαστος < αρχαία ελληνική ἀκόλαστος < ἀ- στερητικό + κολάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακόλαστος, -η, -ο

  1. που ζει μια ζωή γεμάτη ακολασίες, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικού φραγμού και παράδοση στις ηδονές, ιδιαίτερα τις γενετήσιες
  2. που μένει ατιμώρητος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία