Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολάζω < αρχαία ελληνική κόλος

  ΡήμαΕπεξεργασία

κολάζω (μεσοπαθητικό κολάζομαι)

  1. φέρνω κάποιον κοντά στον πειρασμό
     συνώνυμα: σκανδαλίζω
  2. μειώνω, περιορίζω, μετριάζω
  3. επιτιμώ, ψέγω, δεν θεωρώ κάτι σωστό
  4. επιβάλλω σε κάποιον ποινή, τιμωρώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία