Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψέγω < αρχαία ελληνική ψέγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsɛ.ɣɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψέγω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψέγω < θέμα ψεγ και ψογ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψέγω

  1. κατηγορώ, ψέγομαι, κατακρίνω
Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ψέγω ψέγομαι
Παρατατικός ἔψεγον
Μέλλοντας ψέξω
Αόριστος ἔψεξα
Παρακείμενος ἔψεγμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία