Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ψέκτης ψέκτα ψέκται
Γενική ψέκτου ψέκταιν ψεκτῶν
Δοτική ψέκτ ψέκταιν ψέκταις
Αιτιατική ψέκτην ψέκτα ψέκτας
Κλητική ψέκτα ψέκτα ψέκται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψέκτης < ψέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψέκτης αρσενικό

  • εκείνος που βρίσκει πταίσματα, ψεγάδια, που ψέγει, κατηγορεί
  • Ἀθηναῖος τί δ᾽ ἐπαινέτην ἢ ψέκτην κοινωνίας ἡστινοσοῦν ᾗ πέφυκέν τε ἄρχων εἶναι μετ᾽ ἐκείνου (Πλάτωνας)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία