Δείτε επίσης: ἀτιμώρητος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατιμώρητος η ατιμώρητη το ατιμώρητο
      γενική του ατιμώρητου της ατιμώρητης του ατιμώρητου
    αιτιατική τον ατιμώρητο την ατιμώρητη το ατιμώρητο
     κλητική ατιμώρητε ατιμώρητη ατιμώρητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατιμώρητοι οι ατιμώρητες τα ατιμώρητα
      γενική των ατιμώρητων των ατιμώρητων των ατιμώρητων
    αιτιατική τους ατιμώρητους τις ατιμώρητες τα ατιμώρητα
     κλητική ατιμώρητοι ατιμώρητες ατιμώρητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατιμώρητος < αρχαία ελληνική ἀτιμώρητος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατιμώρητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τιμωρηθεί
     αντώνυμα: τιμωρημένος
  2. που δεν είναι δυνατόν ή δεν αξίζει να τιμωρηθεί
     αντώνυμα: αξιόποινος, αξιοτιμώρητος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία